Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Εσείς τι τρώτε στα party;;;


                                                      εικόνα από: www.iupui.edu

  Αναμφισβήτητα, όλοι μας γνωρίζουμε τις μικρές και ανθυγιεινές λιχουδιές, όπως τα γαριδάκια, τα πατατάκια, τα δρακουλίνια, τα πακοτίνια, τα ποπ-κορν, τις σοκολάτες, τα γλειφιτζούρια, τις καραμέλες, τα πιτσίνια, τα φουντούνια, τα pringles, τα ντορίτος... Οι τροφές αυτές καταναλώνονται κυρίως σε party ή σε συνάξεις φίλων. Είναι γνωστή, άλλωστε, η τάση του λαού μας να συνδυάζει την καλή παρέα με τη συνοδεία φαγητού.
     Όλα καλά μέχρι εδώ. Τι θα γίνει όμως, σε περίπτωση που ερωτηθούμε πώς λέγονται όλα τα ανωτέρω με μια λέξη; Σε ποιο είδος ανήκουν; Για παράδειγμα, η μπανάνα, το μήλο, το πορτοκάλι ονομάζονται όλα μαζί με μια λέξη "φρούτα". Τα πατατάκια, τα δρακουλίνια, τα πιτσίνια, πού εντάσσονται; Μπορούμε φυσικά να τα πούμε "σνακς" και ίσως η λέξη αυτή είναι η πιο αντιπροσωπευτική τους ονομασία. Πρόκειται όμως για λέξη ξενικής προέλευσης, που σταδιακά ενσωματώθηκε και στη δική μας γλώσσα, όπως συμβαίνει και με πολλές άλλες λέξεις. Αξίζει όμως να αναρωτηθούμε αν υπάρχει και κάποια ελληνική λέξη για τα επονομαζόμενα σνακς. Ή μήπως η εμφάνιση των τροφίμων αυτών είναι τόσο μεταγενέστερη που τους δόθηκε εξ αρχής ξενική ονομασία;  Κι αν είναι τόσο μεταγενέστερη, οι παλιοί άνθρωποι, οι παππούδες μας, όταν αναφέρονται σε αυτά, τα ονομάζουν "σνακς"; Κάτι τέτοιο ακούγεται μάλλον απίθανο, ειδικά αν συνδυάσουμε και τη συνήθη άρνηση των ηλικιωμένων ανθρώπων απέναντι στο καινούργιο.
       Στο χωριό Γιαννιτσού της Φθιώτιδας, μεγάλωσα λέγοντας όλα αυτά τα βρώσιμα είδη "χασμούσια". Τόσο φυσιολογικό είναι αυτό για τους Γιαννιτσιώτες και για κάποιους Λαμιώτες, που προσωπικά νόμιζα πως η λέξη αυτή δε είναι διαλεκτική και πως όλοι οι Έλληνες τη χρησιμοποιούν για να περιγράψουν τα σνακς. Βέβαια, όταν είσαι μικρός, θεωρείς κάποια πράγματα δεδομένα και δε σου κάνουν εντύπωση. Τώρα που μεγάλωσα, σκέφτομαι πως ακόμα και από την προφορά θα έπρεπε να καταλάβω πως κάτι συμβαίνει. Κανόνας είναι πως το "σ" πριν από το "μ" προφέρεται ως "ζ". Όπως στις λέξεις σμαράγδι, σμήνος, άσμα κ.λπ. Στα "χασμούσια" το "σ" παραμένει έτσι στην προφορά και δε γίνεται ηχηρό "ζ". Επίσης, η λέξη δε φαίνεται να έχει ετυμολογική συγγένεια με κάποια γνωστή ελληνική λέξη. Ίσως, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως έχει σχέση με το "χασομεράω", που σημαίνει "περνώ την ώρα μου άσκοπα", "χαζεύω", διότι τα τρόφιμα αυτά καταναλώνονται κυρίως όταν κάποιος είναι χαλαρός και έχει χρόνο. Τίποτα όμως δεν είναι βέβαιο.
        Ερχόμενη στην Αθήνα και διαπιστώνοντας πως κανείς δε γνωρίζει τη λέξη "χασμούσια", άρχισα να ρωτάω τους άλλους πώς περιγράφουν εκείνοι τα βρώσιμα αυτά είδη με μια λέξη. Η πιο συχνή απάντηση; "Σκατολοΐδια" ή "σκατολογίδια". Γνωρίζοντας την ετυμολογία της λέξης αυτής, μπορούμε να προσθέσουμε άλλο ένα στοιχείο στη λίστα μας, που δείχνει ότι ίσως η ετυμολογία της λέξης "χασμούσια" που υποθέσαμε, είναι σωστή, καθώς και η λέξη "σκατολοΐδια" δείχνει μια κατά κάποιον τρόπο υποτίμηση προς αυτό το είδος, ότι δηλαδή δεν είναι κάτι σημαντικό, όπως ακριβώς και το ρήμα "χασομεράω". Αυτά όμως είναι όλα απλώς υποθέσεις. Τίποτα δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά.
        Μια άλλη λέξη για την περιγραφή των σνακς είναι η λέξη "πασμαγούδια", την οποία εγώ άκουσα για πρώτη φορά και μάλιστα, μου την είπε άνθρωπος που μένει στα Σπάτα, εδώ στην Αττική. Γι' αυτή τη λέξη, ίσως μπορεί κανείς να υποθέσει πως η προέλευσή της είναι αρβανίτικη, καθώς πολλοί Αρβανίτες έμεναν στην περιοχή των Σπάτων. Μήπως λοιπόν και η λέξη "χασμούσια" είναι αλβανική; Διότι πολλοί Αλβανοί κατοικούσαν κάποτε στη Λαμία.
        Για τίποτε δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι. Το σίγουρο είναι πως απλά, καθημερινά και μέχρι κάποια στιγμή αυτονόητα πράγματα, ορισμένες φορές αποδεικνύονται όχι και τόσο αυτονόητα και η έρευνα πάνω σε τέτοια ζητήματα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Eδώ φαίνεται πώς μια απλή λέξη μπορεί μέσα από μεθοδική έρευνα να μας κάνει να εξάγουμε συμπεράσματα για το λαό μας...

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Οι σημασίες της λέξης "παπάς"


         Εδώ ο παπάς, εκεί ο παπάς, πού είναι ο παπάς;

Τελικά, όντως δεν είναι τόσο εύκολο να... εντοπίσουμε τον παπά. Όχι την οντότητά του, αλλά τις εκάστοτε σημασίες του. Όσο αριστοτεχνικά διεξάγουν το παιχνίδι αυτό της τράπουλας οι ταχυδακτυλουργοί, τόσο αριστοτεχνικά πλασμένες και εγκαταστημένες στην καθημερινή μας ομιλία είναι και οι -απροσδόκητα πολλές και αυξανόμενες με την έρευνα- σημασίες και χρήσεις της λέξης αυτής. Ας πάρουμε μια ιδέα:


1) Ο ιερέας, ο κληρικός.

2)  Ο Ρήγας στα φύλλα της τράπουλας. (Στην πραγματικότητα, η εικόνα δείχνει έναν βασιλιά, γι’ αυτό και το γράμμα “K” από το “King”. Οι Έλληνες όμως, είδαν έναν παπά και γι’ αυτό το ονόμασαν έτσι.)
3)  Το παιχνίδι της τράπουλας «Μουντζούρης».
4)  Το γνωστό παιχνίδι «εδώ παπάς, εκεί παπάς, πού είναι ο παπάς;». Με αυτό συνδέεται και η λέξη «παπατζής», με την οποία εννοείται κάποιος που λέει ψέματα, που εξαπατά τον κόσμο, όπως ακριβώς ο ταχυδακτυλουργός εκείνος εξαπατούσε τους ανθρώπους με το παράνομο παιχνίδι του.
5)  Η πρώτη χάντρα του κομπολογιού. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη από όλες τις άλλες του κομπολογιού, από την τρύπα της οποίας περνούν και οι δύο άκρες του κορδονιού. Λέγεται και «τσαμπουκάς».
6)  Το κορυφαίο τμήμα του ναργιλέ, κατασκευασμένο από πηλό σε σχήμα μικρής κούπας. Μέσα σε αυτό καίγεται το τουμπεκί.
7)  Η ξύλινη μύτη στο κάτω άκρο της λύρας, που χρησιμεύει στο να στηρίζεται στο γόνατο του οργανοπαίκτη, αλλά και στο να εφαρμόζει πάνω της ο χορδοδέτης. (στο ιδίωμα της Καρπάθου)
8)  Βοηθητική στέκα για μακρινά χτυπήματα στο μπιλιάρδο.
9)  Το μικρό άσπρο κολωνάκι στην κορυφή κάθε βουνού που γράφει το υψόμετρο.
10)     Το φίλτρο εισερχόμενου αέρα στις μηχανές στα αυτοκίνητα (κέλυφος φίλτρου αέρα) και τα μηχανάκια.
11)     Μικρό κλωνάρι χασισιάς σε εντελώς ακατέργαστη μορφή. Έχει φύλλα και μικρά άνθη με μυτούλες, που σχηματίζουν θυσάνους (εξ ου και η ονομασία «φούντα»), που με λίγη φαντασία θυμίζουν γένια. Από εκεί προέρχεται και η λέξη «παπαδέρα», που είναι ο μεγάλος και συμπαγής παπάς.
12)     Ονομασία δασικού χωριού στη Βόρεια Εύβοια (Παπάδες).
13)     Μεταφορικά, για να χαρακτηρίσουμε τα λεγόμενα κάποιου υπό αμφισβήτηση, όταν θεωρούμε πως πρόκειται για ψέμα/υπερβολή. (π.χ. Είπε παπάδες πάλι. Συνώνυμο στην αργκό: το «μούσι».)
14)      Συστατικό άγνωστης/αμφίβολης ποιότητας. (π.χ. Πείτε μου τι περιλαμβάνεται στα συστατικά του προϊόντος. Βαμβάκι; Παπάδες;)
15)     Ο παπάς ως γρουσουζιά στη φράση-παλιό παιχνίδι «Πάρ’ τον παπά». Συγκεκριμένα, κάποτε, όταν οι άνθρωποι –και κυρίως, τα παιδιά- έβλεπαν μπροστά τους παπά, πάσχιζαν να προλάβουν να πουν στον διπλανό τους την ανωτέρω αναφερόμενη έκφραση, προκειμένου να φύγει από πάνω τους η γρουσουζιά. Όποιος δεν προλάβαινε να το πει, για να το αποφύγει, σταύρωνε δύο δάχτυλα του χεριού. Όποιος δεν προλάβαινε να κάνει ούτε τη χειρονομία, υποτίθεται πως επάνω του θα έπεφτε όλη η κακοτυχία.
16)     Επίτευγμα μεγάλης δεξιοτεχνίας στη μουσική εκτέλεση, στην έκφραση «Παίζω παπάδες.»
17)     Ισχυρή βροχόπτωση στην έκφραση «Βρέχει παπάδες» (καρεκλοπόδαρα).
18)     Στην έκφραση «Τρώω παπάδες» (=δεν έχω τι να φάω, διανύω περίοδο φτώχιας).
19)     Η λέξη «παπαδαριό» υποτιμητικά για τον κλήρο της εκκλησίας.
20)     Η «σιγανοπαπαδιά» ως το άτομο που επιδεικνύει μειλίχια συμπεριφορά και καλοσύνη, αλλά κάτι τέτοιο είναι απλώς φαινομενικό, καθώς υποβόσκουν ενέργειες του εκ διαμέτρου αντίθετου χαρακτήρα.
21)     Γενικότερα, χρησιμοποιείται πολύ εξειδικευμένα σε λέξεις που ανήκουν στους κλάδους της μαστορικής και της μηχανολογίας, αφού λειτουργεί ως «λέξη-μπαλαντέρ» για άλλες που είτε είναι πολύ εξειδικευμένες είτε έχουν δύσκολη προφορά κ.λπ. (π.χ. τα προανεφερθέντα κολωνάκι με υψόμετρο, στέκα του μπιλιάρδου, χάντρα κομπολογιού, φίλτρο αέρα στα μηχανάκια κι αυτοκίνητα). Έτσι, ενδέχεται να υπάρχουν πολύ εξειδικευμένες χρήσεις της λέξης.
22)     Σπουδαία πράγματα, αριστουργήματα. (π.χ. Να σου φτιάξω εγώ παπάδες).
23)     Στη φράση «Τον παπά θα παίξουμε;» (=Θα κοροϊδέψουμε ο ένας τον άλλον;).
24)     Στη φράση «Φέρε έναν παπά», που λέγεται στην ταβέρνα (=Φέρε ένα ποτήρι κρασί.)
25)     Τα κυλινδρικά εξογκώματα στα παλιά φλιπεράκια (παπάδες).

Χρησιμοποιείται και σε πολλές παροιμίες, οι πιο χαρακτηριστικές από τις οποίες είναι οι εξής:

1)  Άλλοι παπάδες ήρθανε, άλλα βαγγέλια φέρανε. (για αλλαγές)
2)  Άλλοι παπάδες ήρθανε, άλλα χαρτιά κρατούσαν. (παραλλαγή του προηγουμένου)
3)  Άλλος αγαπάει τον παπά κι άλλος την παπαδιά. (διαφορετικές προτιμήσεις)
4)  Αλλού ο παπάς, αλλού τα ράσα του. (ακαταστασία, αναστάτωση.)
5)  Αλλουνού παπά ευαγγέλιο. (για υποθέσεις πέρα από την αρμοδιότητά μας)
6)  Βρήκαμε παπά, να θάψουμε καμιά δεκαριά/πέντε-έξι. (ευκαιρία)
7)  Βρήκανε παπά, θα θάψουν και τους ζωντανούς. (μεσσηνιακή παραλλαγή του προηγουμένου)
8)  Παπά ζουρλό σαν βρήκαμε, όλη μέρα ψέλναμε. (παραλλαγή των ανωτέρω)
9)  Είδα κι είδα, αλλά γύφτο παπά δεν είδα. (απίστευτο, αταίριαστο)
10)      Γύφτος παπάς δε γίνεται κι αν γίνει, δεν ευλογάει. (παραλλαγή του προηγουμένου, που λέγεται στους Παξούς)
11)      Εκείνον που βλέπει ο παπάς, εκείνον και θυμιατίζει. (Βοηθούμε αυτούς που βλέπουμε να έχουν ανάγκη.)
12)      Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς. (ο καθένας μπορεί να καταπιάνεται με ένα πράγμα και να είναι τέλειος σε αυτό και όχι με πολλά ταυτόχρονα)
13)      Καλά τα φαρδομάνικα, μα τα φορούν παπάδες. (Κάποιοι μεγαλοπιάνονται, χωρίς να το αξίζουν.)
14)      Κι αν είσαι και παπάς, με την αράδα σου θα πας. (Σε περιπτώσεις, όπου κάποιος προσπαθεί να ξεπεράσει κάποιους άλλους άδικα, όπως π.χ. στην ουρά στην τράπεζα, όταν κάποιος, προφασιζόμενος κάτι, προσπαθεί να βρεθεί στην πρώτη θέση και να μην περιμένει.)
15)      Με παπά κοιμήθηκες; (για κάποιον τυχερό)
16)      Μην το πεις ούτε του παπά. (για κάποιον που γλίτωσε χωρίς να το περιμένει)
17)      Ο παπάς απ’ την πόλη… η παπαδιά μολογάει. (Όταν μιλάει κάποιος για θέμα που δε γνωρίζει.)
18)      Ο παπάς βλογάει πρώτα τα γένια του. (Ο κάθε άνθρωπος φροντίζει πρώτα για το προσωπικό του συμφέρον.)
19)      Σφάξε με παπά μου ν’ αγιάσω. (για άνανδρους)
20)      Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά. (Δε φαίνεται η αξία και η καταλληλότητα κάποιου από την εξωτερική του εμφάνιση, αλλά από το χαρακτήρα και τις ικανότητές του.)
21)      Τρελός παπάς σε βάφτισε. (σε κάποιον που λέει κάτι περίεργο ή συμπεριφέρεται παράλογα)
22)      Ψηλά παπά μου τ’ άρχισες και δεν το βγάζεις πέρα. (για κάτι πάνω από τις δυνάμεις κάποιου)
23)      Ο τεμπέλης κι ο φαγάς ή χωροφύλακας ή παπάς. (δοξασία, σύμφωνα με την οποία οι χωροφύλακες και οι παπάδες είναι τεμπέληδες και φαγάδες)
24)      Παπά παιδί, διαβόλου εγγόνι. (άποψη, σύμφωνα με την οποία τα παπαδοπαίδια δεν έχουν και τόσο καλή συμπεριφορά, αλλά και γενικότερα, όταν το παιδί επιδεικνύει άσχημη συμπεριφορά, που δεν ταιριάζει με τους ήσυχους γονείς του)
25)      Το πολύ το «κύριε ελέησον» το βαριέται κι ο παπάς. (Όταν μιλάμε ή ασχολούμαστε υπερβολικά με ένα θέμα, ακόμα κι αν είναι το αντικείμενό μας, εν τέλει πλήττουμε.)
26)      Κεφαλλονίτικος παπάς διαβάζει με σοφία. Τα δώδεκα ευαγγέλια, τα βγάζει δεκατρία! (για την αγραμματοσύνη των παπάδων)
27)      Να σου πει ο παπάς στ’ αφτί κι ο διάκος στο κεφάλι. (απάντηση σε απειλή ή όταν κάποιος μας εκνευρίζει)
28)      Τον παπά τον ξέρουν όλοι κι ο παπάς κανέναν. (Σε περιπτώσεις που κάποιος ξεχωρίζει λόγω αξιώματος ή εξωτερικής εμφάνισης κι έτσι, τον γνωρίζουν όλοι. Αυτός όμως, είναι δυνατόν να μη γνωρίζει κανέναν.)
29)      Με παπά και με κουμπάρο. (επισημότητα)
30)      Αλλιώς μας τα ‘λεγες παπά, πριν σε χειροτονήσουν. (για κάποιον, που, προκειμένου να ανελιχθεί, έλεγε διάφορα πράγματα, τα οποία, μετά την εξέλιξή του, είτε προσποιείται πως δεν τα θυμάται είτε τα παραλλάσσει προς το συμφέρον του)
31)      Κουμπάρε, τίμα τον παπά κι εσύ παπά, έχε γνώση. (παροιμία της Άνδρου)
32)      Παπάς, γιατρός και χωροφύλακας, καλύτερα να μην μπαίνουνε στο σπίτι. (δοξασία, σύμφωνα με την οποία: παπάς= θάνατος, γιατρός= αρρώστια και χωροφύλακας= μπλεξίματα)
33)      Δεν έγινα παπάς ν’ αγιάσω, έγινα για να καλοπεράσω. (για κάποιον που χρησιμοποιεί μια ιδιότητα ή ένα αξίωμα για να επωφεληθεί και όχι επειδή πραγματικά το επιθυμεί ή, εν προκειμένω, να αγιάσει και να νιώσει κοντά στο Θεό.)
34)      Του παπά η κοιλιά είναι αμπάρι κι όπου πάει, θε να πάρει. (σχετικά με το ότι η παπάδες είναι φαγάδες, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω)
35)      Ο παπάς είναι για απ’ την Πάρο για απ’ τη Νάξο, ό,τι πάρω κι ό,τι αρπάξω. (οι παπάδες από όπου και να κατάγονται, σκέφτονται το πώς θα επωφεληθούν)
36)      Τρεις παπάδες να ‘ν’ καλοί, βγάζουν μια οκά μαλλί. (αν κάποιοι είναι ικανοί, καλά συντονισμένοι κι έχουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, μπορούν να φέρουν πολύ καλά αποτελέσματα)
37)      Στης παπαδιάς τα γόνατα γράφει ο παπάς ονόματα. (από λαϊκό σατιρικό τραγούδι)
38)      Άλλη κουβέντα, παπαδιά. (όταν θέλουμε να δείξουμε σε κάποιον πως δεν πιστεύουμε αυτά που λέει κι έτσι, τον παροτρύνουμε να αλλάξει κουβέντα λέγοντας κάτι πραγματικό κι αληθινό)
39)      Παπάς εγίνηκες Κωστή; Έτσι το ‘φερε η κατάρα. (για κάποιον που έγινε κάτι, το οποίο δεν του αρέσει και μάλιστα, το θεωρεί κατάρα)
40)      Ο γλωσσοδέτης: Ο παπάς ο παχύς έφαγε παχιά φακή. Γιατί παπά παχύ, έφαγες παχιά φακή;
41)      Το αίνιγμα:
Ο παπάς κι η παπαδιά,
Ο Γιάννης κι η Μαρία,
τηγανίζαν έξι αβγά
και πήραν από τρία.         Πώς γίνεται αυτό;
Απάντηση: Τον παπά τον έλεγαν Γιάννη και την παπαδιά, Μαρία. Άρα, ήταν δύο πρόσωπα, τηγάνισαν έξι αβγά και τα μοιράστηκαν, παίρνοντας τρία ο καθένας.



 
Αν και οι περισσότεροι γράφουν τη λέξη αυτή με ένα «π», υπάρχει η άποψη πως κατ’ ουσίαν, πρέπει να τη γράφουμε με δύο «π», καθώς στον Όμηρο μαρτυρείται η λέξη «πάππας», ως χαϊδευτικό του πατέρα. Από εκεί προέρχεται και ο ιερέας, αφού τον αποκαλούμε και «πάτερ».

Βοήθεια από τα site: 
http://www.slang.gr , el.wikipedia.org

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

Τα... πάσης φύσης δόντια!

                                                       Πηγή φωτογραφίας: users.cyta.gr

      Και οι αναρτήσεις σε αυτό το blog, θα αρχίσουν με γλωσσολογικό θέμα. Ας μπούμε λοιπόν στο ψητό. Στο ψητό; Ναι, στην κυριολεξία στο ψητό! Αύριο όλη η Ελλάδα θα καταναλώνει τον οβελία και άλλα εδέσματα, όπως κοκορέτσι, σπληνάντερο, παϊδάκια, μπιφτέκια κ.λπ. Για να καταναλώσει κάποιος όλες αυτές τις λιχουδιές, προφανώς του είναι απαραίτητα κάποια μικρά άσπρα(ελπίζω!) πραγματάκια, που μένουν σε ένα σπίτι, το οποίο οχυρώνουν δύο πόρτες-χείλη. Φυσικά και πρόκειται για τα δόντια! Τα δόντια που πρέπει να τα προσέχουμε πάρα πολύ...
       Η μεγάλη σημασία των οστών αυτών της στοματικής κοιλότητας διαφαίνεται και από το πόσες φορές κάνουμε χρήση του ονόματός τους. Χρησιμοποιούμε τη λέξη "δόντια" πολύ συχνά. Αλήθεια όμως, εννοούμε πάντα τα λευκά και κατάσκληρα οστά, με τα οποία τεμαχίζουμε την τροφή; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι "όχι". Υπάρχουν πολλές διαφορετικές χρήσεις της λέξης και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε κάποιες από αυτές, διότι πάντα ξεκινάμε σκεπτόμενοι 2 με 3 σημασίες, καταλήγουμε όμως με αρκετά περισσότερες και μένουμε έκπληκτοι από τον πλούτο αυτό! Πάμε λοιπόν!

  • Το δόντι ως μέσον, που χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση κάποιου ιδιοτελούς σκοπού. Συνήθως πρόκειται για οικείο άτομο, που μας κάνει θελήματα, με βάση όχι την αξία μας, αλλά τη γνωριμία μας, αφού του το ζητήσαμε. Π.χ. "Πήρε αυτή τη θέση, επειδή έχει δόντι." (= βύσμα, μέσον).

Το δόντι ως προεξοχή σε διάφορα αντικείμενα, όπως:
  • Τα δόντια της χτένας.
  • Τα δόντια της φαγάνας (εξάρτημα σε ορισμένα οχήματα, για αγροτικές κυρίως δουλειές).
  • Τα δόντια του πριονιού.
  • Τα δόντια του γραναζιού.
  • Τα δόντια του φερμουάρ.
  • Τα δόντια της στέκας. (ώστε να "στέκονται" καλύτερα τα μαλλιά)
  • Τα δόντια της τσουγκράνας.
  • Δόντια κάδου (εξάρτημα σε μηχανήματα, που χρησιμοποιείται κυρίως σε οικοδομές και σε λοιπές διαδικασίες χτισίματος.)
  • Δόντια τοίχου (οι προεξοχές του σε ορισμένα σημεία).
  • Το δόντι του γκρεμού (το τελευταίο σημείο του, η άκρη του).
Επίσης:
  • Οδοντωτός σιδηρόδρομος ή απλά οδοντωτός. Η σιδηροδρομική γραμμή Διακοπτού- Καλαβρύτων. Είναι ο ορεινότερος σιδηρόδρομος της Ελλάδας και γι' αυτό, ήταν δύσκολο έργο ως προς την πραγμάτωσή του, καθώς το έδαφος είναι ιδιαιτέρως δύσβατο και το υψόμετρο μεγάλο. Προκειμένου να ξεπεραστούν οι δυσκολίες αυτές, ο σιδηρόδρομος κατασκευάστηκε με την τεχνική της οδόντωσης, κατά την οποία το τρένο γαντζώνεται, χρησιμοποιώντας κατάλληλα γρανάζια σε οδοντωτές σιδηροτροχιές σε διαδρομές, όπου η κλίση του εδάφους υπερβαίνει το 10%, για να μην υπάρξουν ολέθρια δυστυχήματα. (πηγή: el.wikipedia.org) Στην Ελλάδα υπάρχει και στο Κολωνάκι και οδηγεί στο Λυκαβηττό και το αντίστροφο. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσεται και ο οδοντωτός τροχός (πινιόν), που χρησιμοποιείται στα τρένα.
  • Μια άλλη εκδοχή αναφέρει πως το όρος Σινά, κατ' ουσίαν σημαίνει "δόντι", αφού προέρχεται από τη σημιτική λέξη "σεν", που σήμαινε "δόντι", λόγω της μορφής των ορεινών κορυφών του Νοτίου Σινά. Κάποιοι, βέβαια, υποστηρίζουν ότι προέρχεται από τη Σιν, τη Θεά της Σελήνης. (πηγή: www.sinaimonastery.com/hersonysos.html)
Το δόντι χρησιμοποιείται συχνά μεταφορικά και σε εκφράσεις όπως:
  • Ήλιος με δόντια. (Έχει ηλιοφάνεια, μα επικρατεί κρύο.)
  • Με νύχια και με δόντια. (Προσπαθώ επίμονα, μέχρι τελικής πτώσεως.)
  • Με πονάει το δοντάκι μου. (Βιώνω το συναίσθημα του έρωτα.)
  • Έξω από τα δόντια. (Χωρίς υπεκφυγές, απερίφραστα.)
  • Οπλισμένος μέχρι τα δόντια. (Πολύ καλά οπλισμένος κι εφοδιασμένος.)
  • Από του Χάρου τα δόντια γλίτωσα. (Γλίτωσα σε μια πάρα πολύ δύσκολη κι επικίνδυνη στιγμή, που το πιο πιθανό ήταν να μην τα καταφέρω.)
  • Σφίγγω τα δόντια. (Πιέζομαι και προσπαθώ να φέρω εις πέρας κάτι, παρά τη δυσκολία του.)
  • Τρίζω τα δόντια. (Φοβίζω κάποιον.)
  • Δεν είναι για τα δόντια σου. (Δεν είναι για σένα.)
  • Με την ψυχή στα δόντια. (Μισοπεθαμένος.)
  • Πήγε η ψυχή μου στα δόντια μου. (Φοβήθηκα. Το λέμε και ως εξής: Πήγε η ψυχή μου στην κούλουρη!)
  • Του χάριζαν γάιδαρο κι αυτός τον κοίταζε στα δόντια. (Έψαχνε να βρει οπωσδήποτε ελάττωμα.)
  • Στραβά δόντια, ίσια μοίρα!
  • Ο σκύλος που δαγκώνει, δε δείχνει τα δόντια του. (Κάποιος επικίνδυνος σε προσεγγίζει με άλλα μέσα για να σε ξεγελάσει.)

      Πάρα πολλά παραδείγματα, λοιπόν. Μεγάλη ποικιλία. Ας προσέχουμε τα δόντια μας, διότι, όπως τονίστηκε και ανωτέρω, μας χρησιμεύουν αρκετά σε πολλούς τομείς. Προς το παρόν, στον τομέα του φαγητού.

 Καλή Ανάσταση και καλό Πάσχα!


Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Οι ρίζες του μελέγου...



     Το παρόν blog και καλύτερα "ιστολόγιο", όπως είναι η ονομασία του στην ελληνική γλώσσα, δημιουργήθηκε έχοντας ως στόχο την προβολή κάποιων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και τεκταινομένων ορισμένων τόπων. Αυτό δεν αφορά μόνο τη λαογραφία, όπως -ενδεχομένως- αρχικά θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς, αλλά και τη γλώσσα. Γλωσσολογία και Λαογραφία είναι δύο τομείς που, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου, παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον και, έστω και να μη μας ελκύουν ιδιαιτέρως, δεν είναι ορθό να κλείνουμε τα αφτιά και τα μάτια μας μπροστά τους, αλλά αντιθέτως, οφείλουμε να τα έχουμε ορθάνοιχτα. Κι αυτό, διότι και τα δύο είναι μέρος της ζωής μας και της ταυτότητάς μας.
      Θα έχετε ακούσει πολλούς να υποστηρίζουν πως οι θεωρητικές και ανθρωπιστικές επιστήμες είναι πολυτέλεια, περιττές, ακόμα και ανούσιες. Θα το εξειδικεύσω στη Λαογραφία και τη Γλωσσολογία. Είναι όντως περιττές και ανούσιες; Είναι λοιπόν πολυτέλεια να γνωρίζεις τις ρίζες σου; Δεν είναι εξοργιστικά αντιφατικό, ότι -σε ορισμένες περιπτώσεις- οι άνθρωποι που υποστηρίζουν πως όλα αυτά τα θεωρητικά είναι περιττά, είναι οι ίδιοι που λένε ότι θα πρέπει να γνωρίζουμε την ιστορία μας για να πάμε μπροστά; 
       Αντικειμενικά, καθένας οφείλει να γνωρίζει τις ρίζες του. Η γνώση της ιστορίας είναι απαραίτητη και τα ιστορικά γεγονότα δεν είναι ιδέες, μα δημιουργήματα ανθρώπων. Ανθρώπων όχι "άπιαστων", μακρινών, αλλά απλών, καθημερινών, που ο χαρακτήρας τους τους ώθησε στην επιτέλεση των πράξεών τους. Από τις συνήθειές τους αυτές, διαφαίνεται ο χαρακτήρας και η ψυχοσύνθεσή τους. Επομένως, είναι βέβαιο πως μελετώντας κανείς τη Λαογραφία ενός τόπου, καταλήγει σε συμπεράσματα όσον αφορά τις αιτίες διάφορων γεγονότων και αντλεί ηθικά διδάγματα. Άνθρωπος ολοκληρωμένος, είναι εκείνος που διαθέτει ταυτότητα και η ταυτότητα αυτή δεν είναι πλήρης δίχως έστω και μια μικρή γνώση της παράδοσης του τόπου σου. Πέραν τούτου, όταν πάψεις να ασχολείσαι με την παράδοση, τότε ίσως και η ίδια η παράδοση ξεχαστεί από τους ανθρώπους, ίσως πάψει να υφίσταται. Φανταστείτε μια χώρα χωρίς έθιμα...
        Για τη Γλωσσολογία θα πω το πιο απλό που μπορώ να σκεφτώ. Εντάξει, η αλήθεια είναι πως είναι ένας κλάδος αρκετά επιστημονικός κι εξειδικευμένος, από όσα ξέρω μέχρι τώρα τουλάχιστον. Αλλά πραγματικά, είναι εντελώς λανθασμένος ο ισχυρισμός πως πρόκειται για κάτι μη πρακτικό και περιττό. Τι πιο πρακτικό από τη γλώσσα; Τι πιο πρακτικό από τον τρόπο μου μιλάμε; Φυσικά και οι θετικές επιστήμες είναι πολύ σημαντικές και αξίζει κανείς να τις μελετά σε βάθος, αλλά θα πρέπει κάποιοι να συνειδητοποιήσουν πως όπως στις θετικές κ.λπ. επιστήμες μαθαίνουμε για παράδειγμα πώς βρέχει, πώς τηγανίζεται το αβγό, πώς μεταδίδονται τα διάφορα κύματα και ούτω καθεξής, έτσι και στη Γλωσσολογία, μαθαίνουμε πώς μιλάμε. Μαθαίνουμε τους μηχανισμούς της γλώσσας, το πώς αυτή λειτουργεί. Ναι, είναι πραγματικά χρήσιμο και καθόλου μα καθόλου περιττό.

         Δε χρειάζεται να εξειδικευτεί κανείς στα θέματα αυτά. Αλλά, όπως αρχικά θίχτηκε, δε θα πρέπει να κλείνει αφτιά και μάτια. Θα πρέπει να δίνει έστω και μια μικρή προσοχή στις ρίζες του μελέγου... Ο τίτλος αυτός είναι αλληγορικός. Υπονοούνται οι ρίζες του δέντρου γενικότερα. Δηλαδή, οι ρίζες που έχουμε με την παράδοση και τη γλώσσα μας, ακόμα και οι ρίζες των ίδιων των λέξεων, που κρύβουν ολόκληρες ιστορίες. Εν γένει, αυτό που μας δένει με κάτι... Ο μέλεγος επιλέχτηκε, καθώς είναι χαρακτηριστικό δέντρο των ορεινών τόπων και  μάλιστα, του Νομού Φθιώτιδας, του Δήμου Μακρακώμης και πιο εξειδικευτικά, μεταξύ Γιαννιτσούς και Παλαιάς Γιαννιτσούς, που με ενδιαφέρει για πολλούς λόγους. Εκεί εντοπίζεται και μια περιοχή με καλλιεργημένες και μη εκτάσεις, που ονομάζεται άτυπα "Μέλεγος", επειδή υπάρχουν πολλά τέτοια φυτά. Ας μην καταργήσουμε αυτή την περιοχή. Ας μην αφήσουμε το δέντρο να ξεριζωθεί. Ας μείνουμε πάντα συνδεδεμένοι με τις ρίζες του μελέγου...